28/1/12

                     ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 
       
             «Ταξιδεύω συχνά, χωρίς να διέρχομαι από το κέντρο της πόλης. Αποβιβάζομαι στο Μεταξουργείο, μετά μέσω Ακαδημίας Πλάτωνος με το λεωφορείο φτάνω στο σταθμό του ΚΤΕΛ», είπε ο φίλος μου ο Νίκος.
             Θυμήθηκα που μαθητής βρέθηκα στο κέντρο της πόλης, ήταν το 1965 όταν συνέβαιναν τα Ιουλιανά, με τον πατέρα μου και άλλους επαρχιώτες, μέναμε στο ξενοδοχείο  «Ελλάς» αλλά εγώ δεν κατάλαβα τίποτα από τα θυελλώδη εκείνα γεγονότα. Παρατηρούσα με έκπληξη μόνο τις πολύχρωμες φωτεινές επιγραφές που αναβόσβηναν την νύχτα και τις κυλιόμενες σκάλες της Ομόνοιας.                                                                 
           Ο συνομιλητής μου συνέχισε: «έπρεπε να πληροφορηθώ για ένα συνταξιοδοτικό ζήτημα και γι αυτό θα επισκεπτόμουν το Γενικό Λογιστήριο. Συνέβαινε όμως, λόγω των απεργιών που έχουν κηρύξει οι εργαζόμενοι στα μαζικά μέσα μεταφοράς, να μην κινείται τίποτα αυτή τη μέρα. 
         Με ταξί έφτασα στον προορισμό μου. Σε όλο το δρόμο παρατηρούσα τα σκουπίδια που ξεχείλιζαν στους κάδους, λόγω της απεργίας των εργατών καθαριότητας, για την απόσυρση του πολυνομοσχεδίου για τις απολύσεις  και την εφεδρεία στο δημόσιο.          Αλλά, γιατί διάλεξα μια τόσο ακατάλληλη μέρα να κατέβω στο κέντρο της Αθήνας», αναρωτήθηκε. 
        Εμένα άλλες σκέψεις ξεχείλιζαν στο μυαλό μου.  Αναρωτιόμουν γι αυτά που συνέβαιναν με την εργασιακή εφεδρεία και γενικότερα με την κρίση του  οικονομικού συστήματος, αν αποτελούν επανάληψη παλιότερων φαινομένων, που  γι αυτά μίλησε προφητικά ο Μαρξ  και αργότερα η «αιρετική» Λούξεμπουργκ και ο Λένιν.
       Σκεπτόμουν το γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης: «Η συσσώρευση του πλούτου στον ένα πόλο, σημαίνει συσσώρευση φτώχιας, τυραννίας, σκλαβιάς, άγνοιας, βαρβαρότητας και ηθικής κατάπτωσης στον αντίθετο πόλο…..».  
        Έτσι έπαψα σχεδόν να παρακολουθώ τον συνομιλητή μου. Έβλεπα νοερά στο κέντρο της πόλης, που γνώριζα καλά από τα χρόνια της νεότητας και των αγωνιστικών  φτερουγισμάτων των χρόνων της μεταπολίτευσης, σε παγωμένα πεζοδρόμια ξαπλωμένους, κουλουριασμένους σε χάρτινα κιβώτια άστεγους, με μάτια κλειστά και χέρια βρώμικα και ξυλιασμένα, που τα έτειναν δίχως να έχουν πια τίποτα να ελπίζουν.  
             Άκουσα μόνο το τέλος στην ομιλία του φίλου μου: «Ένα πλήθος υπό συνταξιοδότηση υπαλλήλων περίμενε απέξω από το κτίριο του Γενικού Λογιστηρίου και την τελευταία ώρα μας ανακοινώθηκε ότι λόγω βόμβας που έχει τοποθετηθεί  θα έπρεπε να αποχωρήσουμε, κατ΄ εντολή της αστυνομίας».
            Θυμήθηκα την τελευταία φορά που βρέθηκα στην πόλη. Σε μια πολυκατοικία, σε κεντρική πλατεία, μέσα στο ασανσέρ  διάβασα μια ανακοίνωση απευθυνόμενη στους ενοίκους, να μην αφήνουν ανοιχτή την εξώπορτα γιατί την προηγούμενη βδομάδα κάποιος αφόδευσε μέσα σ΄ αυτό και ότι βρέθηκε και σύριγγα ναρκωτικών στην είσοδο.       
            Διερχόμενος μετά  από το δρόμο του Πολυτεχνείου αναρωτήθηκα αν είναι τυχαία η παρουσία τόσων ναρκομανών στα πεζοδρόμια.  Έμοιαζαν αυτοί σαν άσχημα μαύρα πουλιά που πεινασμένα σήκωναν τα βρώμικα  φτερά τους, μα αδυνατούσαν να κάνουν  κάποιο πέταγμα στον ουρανό.         
         Στο ταξίδι στο κέντρο της πόλης σκέφτομαι την περιφέρεια, πόσο πολύπλοκος είναι ο κόσμος και οι αντιθέσεις του. Την αντίθεση της πόλης με το χωριό και μερικές φορές αναρωτιέμαι ποιο είναι το κέντρο και ποια η περιφέρεια όταν κάποτε  αυτά  συμβαίνει να εναλλάσσονται.
         Ένας νέος που θάφτηκε πρόσφατα στην κωμόπολη, έμαθα ότι βρέθηκε νεκρός από ναρκωτικά σε κάποιο παγκάκι  μιας κεντρικής πλατείας της πόλης.
       Αλλά, ο συνομιλητής μου, που όμως δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν κάποιος εαυτός μου, διαφωνούσε, υποστηρίζοντας ότι όλες οι αντιθέσεις βράζουνε τα τελευταία πενήντα χρόνια πρώτα μες στην πρωτεύουσα και πολύ αργότερα μπορεί και να εξελίσσονται  στην περιφέρεια.
       Μετά, μου περιέγραψε τα συναισθήματα φόβου που πήγαιναν να κυριαρχήσουν μέσα του καθώς διερχόταν την Μητροπόλεως προς το Σύνταγμα την ημέρα της ψήφισης του πολυνομοσχεδίου. Τέλος όταν έφτασε εκεί που άκουσε τις κρότου λάμψεις και την ένταση που υπήρχε στο πλήθος γύρω, μέσα του ξύπνησαν οι μνήμες άλλων εποχών.
         Έτσι, κατέληξε συμπερασματικά ότι πάντα οι σκοτεινοί φόβοι του τον κάνουν ασυνείδητα να αποφεύγει το κέντρο της πόλης. Παίρνει το μετρό και απομακρύνεται, κάπου μόνο, εκεί μεταξύ Μεταξουργείου και Ακαδημίας Πλάτωνος, διαισθάνεται ότι το ταξίδι του μπορεί και να μην έχει τελειώσει.           
                                                                                                                              Άγγελος Ζαχαριάδης


       

Δεν υπάρχουν σχόλια: