11/2/09

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ

Ήταν το 1975 νομίζω, όταν επέστρεψε μετά από πολλά χρόνια στην πατρίδα του. Εκεί, στην πλατεία της κωμόπολης γνωρίστηκε με όλους τους πολιτικοποιημένους νέους της εποχής εκείνης.
Πήρα και εγώ το θάρρος ένα μεσημέρι, καλοκαίρι νομίζω ήταν του 1976 και του συστήθηκα. Μείναμε φίλοι και σύντροφοι 20 χρόνια περίπου και παρά τις ιδεολογικές μας ιδιαιτερότητες, η σχέση μας είχε πάντα περίσσιο σεβασμό και αγάπη.
Γιατί ο «γέρος», όπως ήθελε να τον φωνάζουν οι φίλοι του, είχε μια αγνότητα στην ψυχή του που ταίριαζε σε έφηβο.
Από την πρώτη στιγμή που τον συναντούσες, είχες την αίσθηση της παρουσίας του «ανθρώπου». Δεν συμβιβάστηκε με μικρότητες και εγωισμούς. Και η ματιά του εξέπεμπε την ευγένεια και τη λεπτότητα της ψυχής του.
Αλλά, κρυμμένη πιο βαθιά είχε μια φλόγα. Αλύγιστος δεν υπόγραψε ποτέ καμιά δήλωση για την ιδεολογία του και ας διαγράφτηκε από το «κόμμα».
Ίσως αυτόν να θυμήθηκε ο ξάδελφός του, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, όταν διέκρινε τους κομμουνιστές σε δυο κατηγορίες: σ’ αυτούς που διάβασαν το «μανιφέστο» και τους άλλους που είχαν διαβάσει το «κεφάλαιο» του Μαρξ. Γιατί πριν απ’ όλα ο «γέρος» ήταν επαναστάτης με το συναίσθημα.
Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν στην Αθήνα το 1996, φθινόπωρο. Το ραντεβού ήταν στην περιοχή των Αμπελοκήπων, κοντά στη συμβολή της Λ. Αλεξάνδρας και της Κηφισίας, σε ένα μαγαζί το cornet, που σήμερα δεν υπάρχει πια.
Με περίμενε μαζί με την Κάθριν, τη σύντροφό του.
Για πέντε χρόνια μιλούσαμε μόνο στο τηλέφωνο, γι αυτό μου ζήτησε όποτε βρεθώ στην Αθήνα να συναντηθούμε οπωσδήποτε.
΄Ετρωγαν και συνομιλούσαν χαμηλόφωνα. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, που περνούσε απαρατήρητο.
Όμως, εγώ ήξερα ποιόν συναντούσα. Το «Γέρο» της αντίστασης του 1941-44, τον καπετάν Ξάνθο, ένα από τα ιστορικά πρόσωπα του νομού μας. Το παλικάρι που στην μάχη στο Πούσι, κοντά στην αρχαία Ολυμπία, αψήφησε το γερμανό εχθρό κρατώντας όρθιος το οπλοπολυβόλο.
Μπορεί τα χρόνια να πρόσθεσαν κούραση, άσπρα μαλλιά και ρυτίδες, αλλά το βλέμμα παρέμενε αγέρωχο και νεανικό, ίδιο όπως γνωριστήκαμε τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν είχε γυρίσει από την αυτοεξορία του στη μακρινή Αντίγκουα.
Ο λόγος εκείνης της συνάντησης, ήταν να μου εμπιστευθεί κάποιες βαθύτερες σκέψεις και επιθυμίες του σχετικά με το πατρικό του σπίτι.
Ήθελε να τακτοποιήσει ένα ζήτημα δωρεάς για να μετατραπεί το σπίτι του σε χώρο που θα στέγαζε τα πολιτιστικά σωματεία και τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, μα πιο πολύ να γίνει στέκι και χώρος δημιουργίας για τη νεολαία της περιοχής.
«Έχω γράψει μια επιστολή, θα στη δώσω εν καιρώ», μου είπε.
΄Ελαβα αυτή την επιστολή στις 16/9/1997, την ημέρα που έγινε η κηδεία του, ήταν η διαθήκη του.
Δώριζε το σπίτι του στο Δήμο και σε δυο συλλόγους της πόλης για πολιτιστικούς σκοπούς.
Τα χρόνια πέρασαν αλλά δεν πραγματοποιήθηκε η επιθυμία του. Δεν έγινε το στέκι για τους νέους που όριζε και επιθυμούσε ο δωρητής.
Πάντα στις περιπτώσεις αυτές βρίσκονται κάποιες δικαιολογίες. Αν κάτι χαλάει πάντα υπάρχει η αιτία, σκεφτόμουνα.
Προσπάθησα να διαβάσω κάτω από τα γράμματα. Τι κρύβεται εκεί που δεν έγινε αποδεκτό τα χρόνια που πέρασαν, που εμπόδιζε την εκπλήρωση του σκοπού της διαθήκης.
Το σπίτι που δώρισε ήταν από τα συναισθηματικά σημεία της ζωής του. Εκεί βρίσκονταν η μάνα του, η κυρά Ζωίτσα, που άντεξε τόσα χρόνια με την πίκρα στην ψυχή της.
Η αδελφή του η Ρίκα που έτρεχε στην Κόρινθο, στο στρατοδικείο του εμφυλίου και ας ήταν γυναίκα χωροφύλακα.
Δεν είναι δυνατόν σκέφτηκα να βρίσκεται η δυσκολία στο ίδιο το σπίτι, στη θέση του ή στον προσανατολισμό του, στην έκταση του οικοπέδου. Κάτι βαθύτερο έπρεπε να συμβαίνει.
Πάντα ασυμβίβαστος και σταθερός στις αρχές του, εστίαζε το ενδιαφέρον του στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η νεολαία εκείνη την εποχή. Και η δωρεά αυτή είχε αποδέκτη τη νεολαία της πατρίδας του.
Κοίταζα από τον Υμηττό ψηλά, την Αθήνα να καίγεται. Εκεί στην Λ. Αλεξάνδρας, στο σημείο της τελευταίας συνάντησης, ανέβαινε καπνός στον ουρανό, την πρώτη μέρα των γεγονότων του Δεκέμβρη.
Τότε, κατάλαβα καθαρά πως δεν ήταν άσχετο αυτό που συνέβαινε με το βαθύτερο περιεχόμενο της διαθήκης. Στον ανεκπλήρωτο σκοπό της υπήρχε ένα συμβολικό νόημα. Είχε καταλυθεί και σ’ αυτή την περίπτωση, το δικαίωμα στη ζωή και στο όνειρο.
Είμαι σίγουρος πως εκεί στην εξέγερση θα τριγύριζε και η ψυχή του καπετάνιου. Φλογερός, νέος μέχρι το τέλος της ζωής του, έμενε με απραγματοποίητη την τελευταία του επιθυμία.
Αγ. Ζαχαριάδης

Δεν υπάρχουν σχόλια: